Ρωγμές σε τοίχους ή ταβάνια - Σύντομος επισκευαστικός οδηγός
Μια συνοπτική τεχνική προσέγγιση που θα φανεί χρήσιμη τόσο σε επαγγελματίες όσο και σε ιδιώτες που θέλουν να γνωρίζουν τα βασικά για τη σωστή επισκευή των ρωγμών που εντοπίζονται σε τοίχους ή ταβάνια.
Οι ρωγμές σε τοίχους και οροφές είναι ένα από τα συχνότερα σημάδια φθοράς που μπορεί να εμφανιστούν σε ένα κτίριο και δεν υποδηλώνουν όλες την ίδια γενεσιουργό αιτία. Μπορεί να οφείλονται σε φυσιολογικές συστολές και διαστολές των υλικών που προκαλούνται από θερμοκρασιακές μεταβολές, καθιζήσεις του κτιρίου, υγρασία ή κατασκευαστικές ατέλειες, πλημμελείς εφαρμογές από τους μάστορες, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να συνδέονται με σεισμικές καταπονήσεις ή άλλες παράπλευρες επιπτώσεις εργασιών όπως π.χ. εξαιτίας της εγκατάστασης ηλεκτρολογικών γραμμών (στο εσωτερικό του τοίχου).
Για αυτό και η σωστή επισκευή δεν ξεκινά από το υλικό που θα χρησιμοποιηθεί για να «κλείσει» η ρωγμή, αλλά από την κατανόηση της αιτίας που την προκάλεσε. Επομένως, το πρώτο βήμα πριν από οποιαδήποτε επισκευή είναι να αξιολογηθεί η ρωγμή. Το πλάτος έχει σημασία, αλλά δεν αρκεί από μόνο του για να προσδιορίσει τη σοβαρότητα της βλάβης.
Εξίσου σημαντικά είναι η θέση και η κατεύθυνσή της, το αν διατρέχει μόνο τον σοβά ή αν συνεχίζεται βαθύτερα στην τοιχοποιία, αν εμφανίζεται γύρω από ανοίγματα, σε ενώσεις τοίχων με δοκάρια και υποστυλώματα.
Μια επιφανειακή ρωγμή μπορεί να αποτελεί κυρίως αισθητικό πρόβλημα, ενώ μια ρωγμή που διευρύνεται, επανεμφανίζεται μετά από επισκευή ή ακόμη χειρότερα, συνοδεύεται από παραμόρφωση ή αποκόλληση υλικών απαιτεί εκτίμηση από μηχανικό πριν από οποιαδήποτε επέμβαση.
Επισκευή ρωγμών σε τοίχο
Η σωστή επισκευή μιας ρωγμής σε τσιμεντοκονία, σκυρόδεμα (μπετόν) ή επιχρισμένη επιφάνεια ξεκινάει πάντοτε από την αντιμετώπιση της αιτίας της και όχι απλώς από το κλείσιμό της.
Εφόσον έχει διαπιστωθεί ότι πρόκειται για σταθερή, επιφανειακή ρωγμή, η περιοχή καθαρίζεται σχολαστικά από σαθρά υλικά, σκόνη και υπολείμματα, ενώ, όπου χρειάζεται, η ρωγμή διευρύνεται ελεγχόμενα ώστε να μπορεί να δεχθεί το επισκευαστικό υλικό. Ακολουθεί η πλήρωση με κατάλληλο στόκο επισκευής, τσιμεντοκονία ή άλλο σχετικό υλικό, ανάλογα με το υπόστρωμα και το βάθος της βλάβης. Μετά την ωρίμανση του υλικού, η επιφάνεια λειαίνεται και προετοιμάζεται για το τελικό φινίρισμα, δηλαδή το αστάρωμα και τη βαφή.
Αντιθέτως, όταν η ρωγμή παραμένει ενεργή ή συνδέει διαφορετικά δομικά στοιχεία, ένα απλό, άκαμπτο γέμισμα δεν αποτελεί επαρκή λύση, καθώς είναι πιθανό να ξανανοίξει· σε αυτές τις περιπτώσεις απαιτείται διαφορετική μέθοδος αποκατάστασης.












